χασομερώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χασομερώ
- xa.so.meˈɾo
Where it comes from
χασομερώ < χασομέρ(ης) + -ώ.
verb χασομερώ · χασομερήσει · χασομέρησα · χασομεράω · χασομερούσα
- σπαταλάω άσκοπα τον εργάσιμο χρόνο μου και χωρίς ουσιαστικό ή δημιουργικό αποτέλεσμα ≈ συνώνυμα: κοπροσκυλιάζω, τεμπελιάζω, χαζεύω, χαζολογώ
- δουλεύω πολύ αργόρυθμα λόγω οκνηρίας
- δεν τελειώνω κάτι ή δεν φθάνω κάπου έγκαιρα ≈ συνώνυμα: αργοπορώ, καθυστερώ, χρονοτριβώ
- κάνω κάποιον να καθυστερήσει Χασομέρησε λίγο το παιδί μέχρι να του ετοιμάσω το γάλα.
In English
- dilly-dally to waste time
Talk about this word "χασομερώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. χασομερώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%8E "χασομερώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χασομερώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}