χασομερώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χασομερώ

  • xa.so.meˈɾo

Where it comes from

χασομερώ < χασομέρ(ης) + -ώ.

verb χασομερώ · χασομερήσει · χασομέρησα · χασομεράω · χασομερούσα

  1. intransitive, αμετάβατο σπαταλάω άσκοπα τον εργάσιμο χρόνο μου και χωρίς ουσιαστικό ή δημιουργικό αποτέλεσμα ≈ συνώνυμα: κοπροσκυλιάζω, τεμπελιάζω, χαζεύω, χαζολογώ
  2. intransitive, αμετάβατο δουλεύω πολύ αργόρυθμα λόγω οκνηρίας
  3. intransitive, αμετάβατο δεν τελειώνω κάτι ή δεν φθάνω κάπου έγκαιρα ≈ συνώνυμα: αργοπορώ, καθυστερώ, χρονοτριβώ
  4. transitive, μεταβατικό κάνω κάποιον να καθυστερήσει Χασομέρησε λίγο το παιδί μέχρι να του ετοιμάσω το γάλα.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"χασομερώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χασομερώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%8E

Chicago

"χασομερώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χασομερώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}