χασούρα

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

χασούρα¹

Откуда оно

χασούρα < χάνω (συνοπτικό θέμα χασ-) + -ούρα

существительное χασούρα · χασούρες · χασούρας

  1. το να χάνει κάποιος χρήματα, να έχει ζημία σε οικονομικές συναλλαγές ή τυχερό παιχνίδι Ρίσκο για μεγάλη χασούρα αλλά και πιθανότητα μεγάλου κέρδους (Δημήτρης Νόλλας, «Οι ιστορίες είναι πάντα ξένες»)

Χασούρα²

Откуда оно

Χασούρα < γενική ενικού του αρσενικού Χασούρας

имя собственное Χασούρα · Chasoura

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Χασούρας

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"χασούρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χασούρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1

Chicago

"χασούρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χασούρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}