χαστουκιέρα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χαστουκιέρα
Where it comes from
χαστουκιέρα < χαστούκ(ι) + -ιέρα
noun χαστουκιέρα · χαστουκιέρες · χαστουκιέρας
- αυτοσχέδιο εργαλείο των καραγκιοζοπαικτών για την παραγωγή των ήχων από τις καρπαζιές, τις στράκες και, γενικά, τα ξυλοφορτώματα που ακούγονται στις παραστάσεις τους ※ […] βλέπουμε πως παράγεται ο ήχος της πασίγνωστης «σφαλιάρας» από πλαστικό, ή αλλιώς «χαστουκιέρα».
Similar: σφαλιάρα
Thesaurus
noun
Similar: σφαλιάρα
Talk about this word "χαστουκιέρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%B9%CE%AD%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. χαστουκιέρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%B9%CE%AD%CF%81%CE%B1 "χαστουκιέρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%B9%CE%AD%CF%81%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χαστουκιέρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%B9%CE%AD%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}