χαϊδεύω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χαϊδεύω
- xai̯ˈðe.vo
Where it comes from
χαϊδεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χαϊδεύω < χάιδι < ἠχάδιον με σημασία νανούρισμα, κανάκεμα → δείτε τη λέξη χάιδι < αρχαία ελληνική ήχος
verb χαϊδεύω · χάιδευα · χαϊδέψω · χάιδεψα · χαϊδεύομαι · χαϊδεύτηκα
-
ψαύω απαλά με τα δάκτυλα
※ χαϊδεύοντας όλο της το σταυρωμένο επίσης πόδι μέχρι το σημείο όπου το μπατζάκι της απόληγε αφήνοντας εκτεθειμένο λίγο λευκό δέρμα του ποδιού πριν απ' τα μαύρα της μποτάκια, και χάιδευε το ακάλυπτο σημείο του ποδιού της ή κατέβαζε ανεπαισθήτως λίγο το μπατζάκι της. (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες,
Similar: θωπεύω
- εκφράζω τρυφερότητα
- περιποιούμαι
In English
Talk about this word "χαϊδεύω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%8A%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. χαϊδεύω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%8A%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89 "χαϊδεύω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%8A%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χαϊδεύω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%8A%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}