χαϊμαλί
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χαϊμαλί
Where it comes from
χαϊμαλί < (άμεσο δάνειο) τουρκική hamaylı < αραβική حمائل (hamail)
noun χαϊμαλί · χαϊμαλιά · χαϊμαλιού · χαϊμαλιών
-
φυλαχτό (που συνήθως το κρεμάμε στο λαιμό)
※ Στόχος της διατριβής αποτελεί η διερεύνηση της έννοιας του φυλακτού στην περίοδο από τον 18ο έως και τον 20ό αιώνα, καθώς εκτός από τα γνωστά φυλακτά (χαϊμαλιά και σταυροί) υπήρχαν παράλληλα πολλά κοσμήματα και αντικείμενα, τα οποία, πέρα από την επιτέλεση της πρωταρχικής τους χρήσης, είχαν και απ
Similar: φυλαχτό
- φανταχτερό στολίδι ή κόσμημα άκομψο και αταίριαστο που κρεμιέται από τον λαιμό
Talk about this word "χαϊμαλί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%8A%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%AF. Accessed 7 Nov. 2026. χαϊμαλί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%8A%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%AF "χαϊμαλί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%8A%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%AF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χαϊμαλί},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B1%CF%8A%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%AF},
urldate = {2026-11-07}
}