χείμαρρος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χείμαρρος¹
- ˈçi.ma.ɾos
Where it comes from
χείμαρρος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χείμαρρος
: (μεταφορική έννοια) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική torrent
noun χείμαρρος · χείμαρροι · χείμαρρου · χειμάρρου · χείμαρρων · χειμάρρων
- ποταμός που ρέει μόνο το χειμώνα ή που πάντως δημιουργείται μετά από βροχή ή από λιώσιμο των χιονιών και του πάγου
- η ακατάσχετη και ορμητική ομιλία αλλά και γενικά η παρόμοια ιδιοσυγκρασία -δεν συνδέεται ετυμολογικά και εννοιολογικά με την χίμαιρα Ήταν χείμαρρος. Δεν προλάβαινες να τον διακόψεις για να αρθρώσεις ούτε λέξη!
Χείμαρρος²
- ˈçi.ma.ɾos
Where it comes from
Χείμαρρος < χείμαρρος
proper noun Χείμαρρος · Χείμαρροι · Χειμάρρου · Χειμάρρων · Χείμαρρο · Χειμάρρους
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
In English
Talk about this word "χείμαρρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. χείμαρρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%BF%CF%82 "χείμαρρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χείμαρρος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}