χειμώνας
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χειμώνας¹
- çiˈmo.nas
Where it comes from
χειμώνας < μεσαιωνική ελληνική χειμώνας < αρχαία ελληνική χειμών
noun χειμώνας · χειμώνες · χειμώνα · χειμώνων
-
η εποχή του έτους, μετά το φθινόπωρο και πριν την άνοιξη, κατά την οποία ο ήλιος βρίσκεται σε χαμηλότερη θέση στον ουρανό σε σχέση με τον υπόλοιπο χρόνο και επικρατούν χαμηλότερες θερμοκρασίες, η ψυχρότερη εποχή του έτους
※ Μήνες πέρασαν από το θάνατο της δόλιας της Μάνας, την άνοιξη δέχτηκε το καλοκαίρι, και το καλοκαίρι ο χινόπωρος, και το χινόπωρο ο χειμώνας. (Χρ. Χρηστοβασίλης "Διηγήματα της Ξενιτειάς", 1907)
Opposite: καλοκαίρι
- ο κακός καιρός, η κακοκαιρία Έπιασε χειμώνας Μάη μήνα!
- οι δυσκολίες Μα για το Δάφνη και τη Χλόη έρχεται χειμώνας πιο πικραμένος κι από τον πόλεμο.
- τα γηρατειά (με τις ηλικίες ανά εποχές, π.χ. την εφηβεία και τα νιάτα να ταυτίζονται με την άνοιξη)
- τρόπος να μετράει κάποιος το χρόνο, τη διάρκεια Πέρασαν δυο καλοκαίρια κι ένας χειμώνας
Χειμώνας²
Where it comes from
Χειμώνας < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Χειμώνας · Χειμώνα · Cheimonas
- ανδρικό επώνυμο
In English
- winter fourth season, marked by short days and the lowest temperatures
- wintertime the season of winter
Talk about this word "χειμώνας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. χειμώνας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82 "χειμώνας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χειμώνας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}