χειραγώγηση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χειραγώγηση
- çi.ɾaˈɣo.ʝi.si
Where it comes from
χειραγώγηση < μεσαιωνική ελληνική χειραγώγησις < ελληνιστική κοινή χειραγωγέω / χειραγωγῶ < αρχαία ελληνική χείρ + ἄγω
noun χειραγώγηση · χειραγωγήσεις · χειραγώγησης · χειραγωγήσεων
- η ενέργεια του χειραγωγώ, η συνειδητή ειδική προσπάθεια κάποιου να επηρεάσει ή να διαχειριστεί έξυπνα ή ύπουλα το συνάνθρωπό του με επιδέξιο τρόπο η χειραγώγηση των καταναλωτών μέσω της διαφήμισης
Similar: ποδηγέτηση
Thesaurus
noun
Similar: ποδηγέτηση
In English
- manipulation practice of manipulating
Talk about this word "χειραγώγηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%B3%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. χειραγώγηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%B3%CE%B7%CF%83%CE%B7 "χειραγώγηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%B3%CE%B7%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χειραγώγηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%B3%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}