χελώνα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χελώνα¹

  • çeˈlo.na

Where it comes from

χελώνα < αρχαία ελληνική χελώνη

noun χελώνα · χελώνες · χελώνας · χελώνων

  1. ζωολογία αμφίβιο τετράποδο φυτοφάγο ερπετό, του οποίου το σώμα, εκτός από το κεφάλι, τα πόδια και την ουρά, καλύπτεται από ένα όστρακο (που έχει συνήθως λέπια). Βαδίζει αργά, ζει στη θάλασσα ή / και στη στεριά
  2. Στρατιωτική εντολή άμυνας (Ρωμαϊκός στρατός) για να δημιουργήσουν οι στρατιώτες κέλυφος παρόμοιο της χελώνας με τις ασπίδες τους, προκειμένου να αντικρούσουν τα βέλη που έριχναν ομαδικά οι τοξότες του εχθρού

Χελώνα²

Where it comes from

Χελώνα < γενική ενικού του αρσενικού Χελώνας

proper noun Χελώνα · Χελώνας · Chelona

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

  • turtle land or marine reptile with a shell
  • tortoise land-dwelling reptile

Talk about this word

Cite this
MLA

"χελώνα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χελώνα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CE%B1

Chicago

"χελώνα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χελώνα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}