χερσόνησος
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
χερσόνησος¹
- çeɾˈso.ni.sos
Από πού έρχεται
χερσόνησος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χερσόνησος
ουσιαστικό χερσόνησος · χερσόνησοι · χερσονήσου · χερσονήσων · χερσόνησο · χερσονήσους
- τμήμα ξηράς, μικρής ή μεγάλης έκτασης, που εισχωρεί μέσα στη θάλασσα με συνέπεια να βρέχεται απ΄ αυτή από τρεις πλευρές ※ και οι δύο πλευρές στην κορεατική χερσόνησο πρέπει να «κάνουν περισσότερα για να συμβάλουν στην ειρήνη» και πρόσθεσε πως είναι επιτακτική ανάγκη να επιστρέψουν στις εξαμερείς συνομιλίες για τα πυρηνικά της Βόρειας Κορέας. (Σε κατάσταση συναγερμού ο στρατός της Νότιας Κορέας, skai.gr, 23/11/2010 ht
Χερσόνησος²
- çeɾˈso.ni.sos
Ακούγεται σαν Χερσονήσι
Από πού έρχεται
Χερσόνησος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική Χερσόνησος, χερσόνησος
κύριο όνομα Χερσόνησος · Χερσόνησοι · Χερσονήσου · Χερσονήσων · Χερσόνησο · Χερσονήσους
- χωριό της Ελλάδας, στο Ηράκλειο της Κρήτης
- ονομασία αρχαιοελληνικής πόλης της Ουκρανίας στην Κριμαία, αποικία των Μεγαρέων· γνωστή μεταγενέστερα, κατά τα βυζαντινά χρόνια, ως Χερσών
Στα αγγλικά
- peninsula piece of land projecting into water
Συζήτησε αυτή τη λέξη "χερσόνησος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CF%81%CF%83%CF%8C%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. χερσόνησος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CF%81%CF%83%CF%8C%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%BF%CF%82 "χερσόνησος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CF%81%CF%83%CF%8C%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%BF%CF%82.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {χερσόνησος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B5%CF%81%CF%83%CF%8C%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}