χιαστό
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χιαστό
- çi.aˈsto
Where it comes from
χιαστό < (ελληνιστική κοινή) (σχήμα χιαστόν), ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου χιαστός < (ελληνιστική κοινή) < χῖ < αρχαία ελληνική χεῖ.
noun χιαστό · χιαστά · χιαστού · χιαστών
-
σχήμα λόγου όπου οι όροι δύο φράσεων που έχουν παρόμοια δομή, εκφέρονται και συνδέονται με σειρά αντίστροφη
Similar: χιασμός
adjective χιαστό · χιαστά · χιαστού · χιαστών
noun χιαστό · χιαστά · χιαστού · χιαστών
- χιαστό, στην αιτιατική του ενικού
- χιαστό, στην κλητική του ενικού
Talk about this word "χιαστό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. χιαστό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%8C "χιαστό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χιαστό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}