χιούμορ
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χιούμορ
- ˈçu.moɾ
Where it comes from
χιούμορ < αγγλική humour < παλαιά γαλλικά humor < λατινική humor / umor (υγρασία/ σωματικό υγρό) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wegw- («υγρός»). Διαφορετικού ετύμου η αρχαία λέξη χυμός
noun χιούμορ
- εύθυμη αντιμετώπιση μιας κατάστασης μαζί με ειρωνεία και ενδεχομένως σάτιρα ※ Διαβάζοντας την είδηση, χρειάστηκε να ελέγξω 3 φορές για να σιγουρευτώ πως το ημερολόγιο δεν έγραφε ακόμη "1η Απριλίου" και ότι κάποιος αναίσθητος φαρσέρ, με άκρως διεστραμμένη και αρρωστημένη αίσθηση του χιούμορ, δεν προσπαθούσε να μας βάλει στο πνεύμα της δικής του ψυχανωμαλίας. (Ευτυχώς, δεν εί
- αστεϊσμός
Similar: πνεύμα
Thesaurus
noun
Similar: πνεύμα
In English
- humour wit
Talk about this word "χιούμορ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%BF%CF%81. Accessed 7 Nov. 2026. χιούμορ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%BF%CF%81 "χιούμορ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%BF%CF%81.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χιούμορ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%BF%CF%81},
urldate = {2026-11-07}
}