χιόνι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χιόνι

  • ˈço.ni

Where it comes from

χιόνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χιόνι < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή χιόνιον, υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική χιών < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰéyōm < *ǵʰey- (χειμών, χειμώνας)

noun χιόνι · χιόνια · χιονιού · χιονιών

  1. μετεωρολογία καιρικό φαινόμενο κατά στο οποίο οι υδρατμοί της ατμόσφαιρας κρυσταλλοποιούνται από το κρύο και πέφτουν στη γη με τη μορφή νιφάδων Χιόνια έρχονται από το βορρά τις επόμενες μέρες.
  2. figuratively, συνεκδοχικά οι ίδιες οι νιφάδες και το στρώμα που σχηματίζουν στη γη Το χιόνι κάλυψε τα πάντα μέσα σε μια νύχτα.
  3. figuratively, μεταφορικά, στην τηλεόραση οι μικρές λευκές κουκκίδες που εμφανίζονται στην τηλεόραση λόγω κακής μετάδοσης ή λήψης του τηλεοπτικού σήματος παράσιτα
  4. adjective, figuratively, μεταφορικά, σε επιθετική λειτουργία κάτασπρος, ολόλευκος τα μαλλιά της έγιναν χιόνι
  5. adjective, figuratively, μεταφορικά, σε επιθετική λειτουργία πολύ κρύος, παγωμένος Πρέπει να μπεις μέσα, θα γίνεις χιόνι.

    Similar: μπούζι, πάγος, ψυγείο

In English

  • snow partly frozen, crystalline state of water that falls from the atmosphere as prec

Talk about this word

Cite this
MLA

"χιόνι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B9%CF%8C%CE%BD%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

χιόνι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B9%CF%8C%CE%BD%CE%B9

Chicago

"χιόνι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B9%CF%8C%CE%BD%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χιόνι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B9%CF%8C%CE%BD%CE%B9},
  urldate = {2026-11-06}
}