χιόνι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χιόνι
- ˈço.ni
Where it comes from
χιόνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χιόνι < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή χιόνιον, υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική χιών < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰéyōm < *ǵʰey- (χειμών, χειμώνας)
noun χιόνι · χιόνια · χιονιού · χιονιών
- καιρικό φαινόμενο κατά στο οποίο οι υδρατμοί της ατμόσφαιρας κρυσταλλοποιούνται από το κρύο και πέφτουν στη γη με τη μορφή νιφάδων Χιόνια έρχονται από το βορρά τις επόμενες μέρες.
- οι ίδιες οι νιφάδες και το στρώμα που σχηματίζουν στη γη Το χιόνι κάλυψε τα πάντα μέσα σε μια νύχτα.
- οι μικρές λευκές κουκκίδες που εμφανίζονται στην τηλεόραση λόγω κακής μετάδοσης ή λήψης του τηλεοπτικού σήματος παράσιτα
- κάτασπρος, ολόλευκος τα μαλλιά της έγιναν χιόνι
- πολύ κρύος, παγωμένος Πρέπει να μπεις μέσα, θα γίνεις χιόνι.
In English
- snow partly frozen, crystalline state of water that falls from the atmosphere as prec
Talk about this word "χιόνι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B9%CF%8C%CE%BD%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026. χιόνι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B9%CF%8C%CE%BD%CE%B9 "χιόνι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B9%CF%8C%CE%BD%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χιόνι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%B9%CF%8C%CE%BD%CE%B9},
urldate = {2026-11-06}
}