χλωρός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χλωρός¹
- xloˈɾos
Where it comes from
χλωρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χλωρός
adjective χλωρός · χλωρή · χλωρό · χλωρού · χλωρής
- που μόλις έχει δημιουργηθεί, φτιαχτεί ή παραχθεί και δεν έχει ακόμα ωριμάσει ή δέσει
- που έχει πρόσφατα βλαστήσει και είναι ακόμα πράσινος και τρυφερός ※ 19ος/20ός αιώνας ⌘ Πηνελόπη Δέλτα, 1874‑1941 Στα μυστικά του βάλτου, Κεφάλαιο ΚΣΤ, χ.ε., αρχική δημοσίευση: 1937. [μεταγραφή σε μονοτονικό]
- που έχει παραχθεί πρόσφατα και δεν έχει ακόμα ωριμάσει για να καταναλωθεί
Χλωρός²
Where it comes from
Χλωρός < χλωρός
proper noun Χλωρός · Χλωροί · Χλωρού · Χλωρών · Χλωρό · Χλωρούς
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "χλωρός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BB%CF%89%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. χλωρός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BB%CF%89%CF%81%CF%8C%CF%82 "χλωρός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BB%CF%89%CF%81%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χλωρός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BB%CF%89%CF%81%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}