χλώριο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χλώριο
- ˈxlo.ɾi.o
Where it comes from
χλώριο < λόγιο ενδογενές δάνειο: (καθαρεύουσα) χλώριον < (λόγιο δάνειο) γαλλική chlore < αρχαία ελληνική χλωρός (λόγω του κιτρινοπράσινου χρώματος του)
noun χλώριο
- αμέταλλο χημικό στοιχείο, που ανήκει στα αλογόνα, με ατομικό αριθμό 17 και χημικό σύμβολο το Cl
- αέριο με έντονη οσμή και τοξικότητα, που ερεθίζει τους βλεννογόνους και το δέρμα, και το οποίο χρησιμoποιείται για λεύκανση υφασμάτων και χαρτιών υγείας ή γενικά χαρτοπολτού, καθώς και για απολύμανση (νερού, χώρων, κ.α.)
In English
- chlorine chemical element
Talk about this word "χλώριο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BB%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. χλώριο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BB%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BF "χλώριο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BB%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χλώριο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BB%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}