χολέρα

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

χολέρα¹

  • xoˈle.ɾa

Откуда оно

χολέρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χολέρα. Αναλύεται μορφολογικά σε χολ(ή) + -έρα

существительное χολέρα · χολέρες · χολέρας · χολερών

  1. ιατρική η λοιμώδης, επιδημική, συχνά θανατηφόρα ασθένεια, που χαρακτηρίζεται από συνεχείς κενώσεις και εμετούς ※ Εἶχεν ἀκουσθῆ καὶ πάλιν χολέρα εἰς τὴν Αἴγυπτον, καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν συνήθιζε ν' ἀποστέλλη κατ' ἐκλογὴν τὸν ἰατρὸν τοῦτον εἰς τὴν διεύθυνσίν του ἐν Δήλῳ λοιμοκαθαρτηρίου. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, Κεφάλαιο Η, 1912)

Χολέρα²

Откуда оно

Χολέρα < γενική ενικού του αρσενικού Χολέρας

имя собственное Χολέρα · Cholera

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Χολέρας

По-английски

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"χολέρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χολέρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%81%CE%B1

Chicago

"χολέρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χολέρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}