χοληστερίνη

Ελληνικά · Синонимы и антонимы

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

χοληστερίνη

Откуда оно

χοληστερίνη < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική cholestérine < χολη- + στερ(εός) + -ίνη (< αρχαία ελληνική χολή + αρχαία ελληνική στερεός + -ίνη). Η λέξη δημιουργήθηκε το 1815 από τον Γάλλο χημικό Eugene Chevreul. βλ. και λήμμα χοληστερόλη

существительное χοληστερίνη · χοληστερίνες · χοληστερίνης · χοληστερινών

  1. η ακόρεστη στερόλη που κυκλοφορεί στο αίμα· προσλαμβάνεται κυρίως από τροφές πλούσιες σε ζωικά λίπη και θεωρείται υπεύθυνη για το σχηματισμό της αθηρωματικής πλάκας στις αρτηρίες

Похожие: χοληστερόλη

Синонимы и антонимы

существительное

Похожие: χοληστερόλη

По-английски

  • cholesterol an essential component of mammalian cell membranes

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"χοληστερίνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χοληστερίνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B7

Chicago

"χοληστερίνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χοληστερίνη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}