χονδρικά

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χονδρικά

Where it comes from

χονδρικά < χονδρικός + -ά

adverb χονδρικά

  1. άλλη μορφή του χοντρικά ※ έδιναν χονδρικά το επιθυμητό σχήμα, στη συνέχεια λάξευαν, «έσκαβαν», το εσωτερικό χρησιμοποιώντας στις παλαιότερες εποχές απλό ξύλινο τρυπάνι - το λεγόμενο γαλλικό τρυπάνι - και αργότερα το πιο εξελιγμένο τοξοτρύπανο ή δοξάρι, μαζί μ' ένα τραχύ υλικό που αυτό ουσιαστικά έκοβε την πέτρα και ήταν άμ

adjective χονδρικά

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (χονδρικό) του χονδρικός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"χονδρικά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χονδρικά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC

Chicago

"χονδρικά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χονδρικά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC},
  urldate = {2026-11-07}
}