χονδροειδής

Ελληνικά

AI In parole semplici

Sto scrivendo una breve spiegazione…

Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.

χονδροειδής

Da dove viene

χονδροειδής (μαρτυρείται από το 1856) < (απόδοση) γαλλική grossier ή (μεταφραστικό δάνειο) ιταλική condroide, «μαλακός όγκος που μοιάζει με χόνδρο» < χόνδρος < χόνδρ(ος) + -ο- + -ειδής

aggettivo χονδροειδής · χονδροειδές · χονδροειδούς

  1. άξεστος, άπρεπος Τι χονδροειδής χειρονομία ήταν αυτή;
  2. ανόητος, κάτι που αρμόζει μόνον σε ανόητο, αδαή, χονδροειδές λάθος
  3. που απευθύνεται σε αφελείς ή που είναι πλασμένος από αφελή, (ή από κάποιον ταραγμένο που δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτι καλύτερο), που δεν είναι επεξεργασμένος στις λεπτομέρειές του ώστε να πείθει Χονδροειδές ψέμα. Περίμενες αλήθεια να το χάψω;
  4. κακόγουστος ※ Η εικόνα του λαβάρου προκάλεσε δριμεία κριτική. Ο καλυμμένος πίσω από το κρυπτώνυμο Αμφικτύων εκτόξευσε χολή στην εφημερίδα Επιθεώρησις της 19ης Μαΐου 1887, σε άρθρο του, το οποίο ο Γύζης το είχε αντιγράψει! Δεν διστάζει να το αποκαλέσει χονδροειδές εικόνισμα και ακαλαίσθητο κακοτέχνημα, γέννημα α
  5. κακοφτιαγμένος, πρόχειρος, χωρίς λεπτομέρειες, χοντροκομμένος ή ογκώδης (έννοιες που δεν πολυσυνηθίζονται πια) χονδροειδής κατασκευή
  6. το επίθετο χρησιμοποιείται και για ζωοοτροφές (π.χ. τα άχυρα) που περιέχουν πολλές ίνες οι οποίες δεν πέπτονται (υιοθετήθηκε γα να αποδοθεί το αμερικανικό roughage επειδή αυτές οι τροφές δεν είναι επεξεργασμένες και παρέχουν όγκο αλλά όχι και τα στοιχεία που περιέχουν οι συμπυκνωμένες ή και σύνθετες ζωοτροφές σε αντιδιαστολή προς τις οποίες χρησιμοποιείται συχνά ο όρος)

In inglese

  • crude lacking concealing elements

Parla di questa parola

Cita
MLA

"χονδροειδής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χονδροειδής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%AE%CF%82

Chicago

"χονδροειδής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χονδροειδής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}