χορδή
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χορδή
Where it comes from
χορδή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χορδή
:* για σύγχρονους όρους < λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική corde < λατινική corda < αρχαία ελληνική χορδή
noun χορδή · χορδές · χορδής · χορδών
- σώμα με μορφή νήματος, από έντερο ή τένοντα ζώου ή μέταλλο, που τεντώνεται πάνω σε ηχείο μουσικού οργάνου και, όταν πάλλεται, παράγει ήχο: οι χορδές της κιθάρας
- η νευρά τόξου, δηλαδή το ελαστικό μέρος ενός όπλου με το οποίο εκτοξεύονται βέλη ή πέτρες (στη σφενδόνη) και που κατασκευαζόταν από έντερο ή νεύρο -τένοντα ζώου
In English
Talk about this word "χορδή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CF%81%CE%B4%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026. χορδή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CF%81%CE%B4%CE%AE "χορδή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CF%81%CE%B4%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χορδή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CF%81%CE%B4%CE%AE},
urldate = {2026-11-06}
}