χορδόφωνο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χορδόφωνο

  • xoɾˈðo.fo.no

Where it comes from

χορδόφωνο < (αντιδάνειο) αγγλική chordophone. Μορφολογικά αναλύεται σε χορδ(ή) + -ό- + -φωνο.

noun χορδόφωνο · χορδόφωνα · χορδόφωνου · χορδόφωνων

  1. μουσική το έγχορδο μουσικό όργανο ※ Αντίστοιχα και η βάρβιτος, το χορδόφωνο όργανο που συναντάμε ήδη από τον 6ο αιώνα και είναι πια δημοφιλές στους εκλεπτυσμένους αθηναϊκούς κύκλους της κλασικής εποχής, έχει συνδεθεί με τον έρωτα και το κρασί, δηλαδή κατεξοχήν με το συμποτικό περιβάλλον, ενώ συχνά παριστάται στα χέρια του Διονύσου κ

In English

  • chordophone chordophone — see also stringed instrument

Talk about this word

Cite this
MLA

"χορδόφωνο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CF%81%CE%B4%CF%8C%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χορδόφωνο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CF%81%CE%B4%CF%8C%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%BF

Chicago

"χορδόφωνο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CF%81%CE%B4%CF%8C%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χορδόφωνο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CF%81%CE%B4%CF%8C%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}