χορτοφάγος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χορτοφάγος
Where it comes from
χορτοφάγος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική χορτοφάγος (ζώο που τρώει χορτάρι), μορφολογικά αναλύεται χορτο- + -φάγος
: στη σημασία του βετζετέριαν: σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική vegetarian ή σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική végétarien
adjective χορτοφάγος · χορτοφάγα · χορτοφάγο · χορτοφάγου
-
φυτοφάγος
Opposite: σαρκοφάγος
- που τρέφεται με φυτικές τροφές, που δεν τρώει οτιδήποτε ζωικό εκτός από μύκητες (μανιτάρια) ή σπανίως μέλι
noun χορτοφάγος · χορτοφάγα · χορτοφάγο · χορτοφάγου
-
που από επιλογή δεν τρώει δεν τρώει οτιδήποτε ζωικό εκτός από μύκητες (μανιτάρια) ή σπανίως μέλι, (ο αυστηρά χορτοφάγος δεν τρώει ζωικά προϊόντα)
Similar: βετζετέριαν
In English
- vegetarian person who does not eat any animal flesh
Talk about this word "χορτοφάγος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%AC%CE%B3%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. χορτοφάγος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%AC%CE%B3%CE%BF%CF%82 "χορτοφάγος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%AC%CE%B3%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χορτοφάγος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%AC%CE%B3%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}