χορός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χορός¹

Where it comes from

χορός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χορός

noun χορός · χοροί · χορού · χορών · χορό · χορούς

  1. το αποτέλεσμα, η ενέργεια του χορεύω, προκαθορισμένες ή αυθόρμητες ρυθμικές κινήσεις συνήθως με την συνοδεία μουσικής, τραγουδιού κλασικός χορός, μπαλέτο, χορός της κοιλιάς (τσιφτετέλι), καλαματιανός, τσάμικος χορός, ανδρικός χορός, πολεμικός χορός,
  2. πληθώρα με κάτι τραγικό, που παραπέμπει σε τραγωδία ο χορός των μαρτύρων της χριστιανικής εκκλησίας
  3. πληθώρα για κάτι που υποδηλώνει σπατάλη και ίσως παρατυπίες έως παρανομίες χορός εκατομμυρίων (με υπαινιγμό για φαγοπότι και διαπλοκή)
  4. εκδήλωση εορταστική χορός αποκριάτικος
  5. σώμα υποκριτών στην αρχαία τραγωδία από 12 και αργότερα 15 άτομα το οποίο έκανε χορευτικές κινήσεις και ερμήνευε το χορικό μέρος αυτής, το οποίο και αποτελούσε το λυρικό, μουσικό της κομμάτι
  6. χορωδία εκκλησιαστικός χορός, ο χορός των αγγέλων

Χορός²

Where it comes from

Χορός < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Χορός · Χοροί · Χορού · Χορών · Χορό · Χορούς

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • ball formal dance
  • chorus (Ancient Greece, historical) group of singers and dancers in a theatrical perfor
  • dance movements to music

Talk about this word

Cite this
MLA

"χορός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

χορός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CF%81%CF%8C%CF%82

Chicago

"χορός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CF%81%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χορός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CF%81%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}