χούφτα
Ελληνικά
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
χούφτα¹
- ˈxu.fta
מאיפה זה בא
χούφτα < φούχτα (με αντιμετάθεση συμφώνων)
שם עצם χούφτα · χούφτες · χούφτας · χουφτών
- το εσωτερικό της παλάμης ※ […] εσένα μικρή έχουν μελανιάσει οι χούφτες και τα χείλια σου, τα δάχτυλά σου έχουν φαφατιάσει καλέεε, θα αρρωστήσεις απο τις αμυγδαλές σου και δε θα την ξαναδείς τη θάλασσα πιά.
- ποσότητα που χωρά στο εσωτερικό της παλάμης Έπιασε με το χέρι του μια χούφτα χαρτοπόλεμο και την πέταξε ψηλά.
- μικρός αριθμός
Χούφτα²
מאיפה זה בא
Χούφτα < γενική ενικού του αρσενικού Χούφτας
שם פרטי Χούφτα · Choufta · Khouphta
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Χούφτας
באנגלית
- handful small number
לדבר על המילה הזו "χούφτα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CF%8D%CF%86%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. χούφτα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CF%8D%CF%86%CF%84%CE%B1 "χούφτα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CF%8D%CF%86%CF%84%CE%B1.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {χούφτα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CF%8D%CF%86%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}