מיקווין

χούφτα

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

χούφτα¹

  • ˈxu.fta

מאיפה זה בא

χούφτα < φούχτα (με αντιμετάθεση συμφώνων)

שם עצם χούφτα · χούφτες · χούφτας · χουφτών

  1. ανθρώπινο σώμα το εσωτερικό της παλάμης ※ […] εσένα μικρή έχουν μελανιάσει οι χούφτες και τα χείλια σου, τα δάχτυλά σου έχουν φαφατιάσει καλέεε, θα αρρωστήσεις απο τις αμυγδαλές σου και δε θα την ξαναδείς τη θάλασσα πιά.
  2. broadly, κατ’ επέκταση ποσότητα που χωρά στο εσωτερικό της παλάμης Έπιασε με το χέρι του μια χούφτα χαρτοπόλεμο και την πέταξε ψηλά.
  3. figuratively, μεταφορικά μικρός αριθμός

Χούφτα²

מאיפה זה בא

Χούφτα < γενική ενικού του αρσενικού Χούφτας

שם פרטי Χούφτα · Choufta · Khouphta

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Χούφτας

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"χούφτα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CF%8D%CF%86%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χούφτα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CF%8D%CF%86%CF%84%CE%B1

Chicago

"χούφτα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CF%8D%CF%86%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χούφτα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CF%8D%CF%86%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}