χρέος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χρέος
- ˈxɾe.os
Where it comes from
χρέος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χρέος
: για την υπηρεσία ή επάγγελμα < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική duties, πληθυντικός του duty
noun χρέος · χρέη · χρέους · χρεών
- το χρηματικό ποσό που πρέπει να επιστραφεί στον δανειστή το δημόσιο χρέος
- το καθήκον έκανα το χρέος μου απέναντι στην οικογένειά μου
- τα χρέη: καθήκονται, πρόσθετη υπηρεσία ή επάγγελμα που ασκείται από κάποιον ο υποδιευθυντής εκτελεί και χρέη διευθυντού κατά την απουσία του τελευταίου
In English
- debt action, state of mind, or object one has an obligation to perform for another
Talk about this word "χρέος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%AD%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. χρέος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%AD%CE%BF%CF%82 "χρέος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%AD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χρέος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%AD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}