χρέος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χρέος

  • ˈxɾe.os

Where it comes from

χρέος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χρέος

: για την υπηρεσία ή επάγγελμα < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική duties, πληθυντικός του duty

noun χρέος · χρέη · χρέους · χρεών

  1. το χρηματικό ποσό που πρέπει να επιστραφεί στον δανειστή το δημόσιο χρέος
  2. το καθήκον έκανα το χρέος μου απέναντι στην οικογένειά μου
  3. plural, στον πληθυντικό τα χρέη: καθήκονται, πρόσθετη υπηρεσία ή επάγγελμα που ασκείται από κάποιον ο υποδιευθυντής εκτελεί και χρέη διευθυντού κατά την απουσία του τελευταίου

In English

  • debt action, state of mind, or object one has an obligation to perform for another

Talk about this word

Cite this
MLA

"χρέος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%AD%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

χρέος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%AD%CE%BF%CF%82

Chicago

"χρέος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%AD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χρέος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%AD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}