Μίκουιν

χρεωκοπία

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

χρεωκοπία

  • xɾe.o.koˈpi.a

Από πού έρχεται

χρεωκοπία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χρεοκοπία

ουσιαστικό χρεωκοπία · χρεωκοπίες · χρεωκοπίας · χρεωκοπιών

  1. άλλη γραφή του χρεοκοπία

Στα αγγλικά

  • bankruptcy legally declared or recognised condition of insolvency

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"χρεωκοπία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%B5%CF%89%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χρεωκοπία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%B5%CF%89%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%B1

Chicago

"χρεωκοπία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%B5%CF%89%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χρεωκοπία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%B5%CF%89%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}