χρηματοδοτώ
Ελληνικά
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
χρηματοδοτώ
- xɾi.ma.to.ðoˈto
Откуда оно
χρηματοδοτώ < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική χρηματοδοτῶ < αρχαία ελληνική χρῆμα + -δοτῶ (< δίδωμι). Μορφολογικά αναλύεται σε χρηματο- + -δοτώ
глагол χρηματοδοτώ · χρηματοδότησα · χρηματοδοτούμαι · χρηματοδοτούμενος · χρηματοδοτήθηκα · χρηματοδοτημένος
- παρέχω σε οργάνωση ή άτομο χρήματα για ορισμένο έργο ή σκοπό
По-английски
Обсудить это слово "χρηματοδοτώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%84%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. χρηματοδοτώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%84%CF%8E "χρηματοδοτώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%84%CF%8E.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {χρηματοδοτώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%84%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}