χρηστώνυμο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χρηστώνυμο

Where it comes from

χρηστώνυμο < χρήστης + -ώνυμο (< (ελληνιστική κοινή), ουδέτερο του -ώνυμος < αρχαία ελληνική ὄνομα), (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική username

noun χρηστώνυμο · χρηστώνυμα · χρηστώνυμου · χρηστωνύμου · χρηστώνυμων · χρηστωνύμων

  1. neologism, νεολογισμός, πληροφορική η ονομασία που χρησιμοποιεί κάποιος χρήστης, για να εισέλθει σε κάποιο υπολογιστικό σύστημα ή κάποιο ιστότοπο ※ Οι ανωνυμοποιημένες πληροφορίες, δηλαδή εκείνες που φέρουν μόνο αριθμό ταυτοποίησης και δεν συνδέονται με δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, θα αποθηκεύονται σε κεντρική μηχανογραφημένη βάση δεδομένων που προστατεύεται με εξατομικευμένο και εμπιστευτικό χρηστώνυμο και κωδικό πρόσβασης. (SQUEEZE Παράρτ

Similar: όνομα χρήστη

Thesaurus

In English

  • username a person's identification on an individual computer system

Talk about this word

Cite this
MLA

"χρηστώνυμο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χρηστώνυμο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF

Chicago

"χρηστώνυμο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χρηστώνυμο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}