χριστιανοποίηση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χριστιανοποίηση

Where it comes from

χριστιανοποίηση < χριστιαν(ός) + -ο- + -ποίηση, (λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική Christianization)

noun χριστιανοποίηση · χριστιανοποιήσεις · χριστιανοποίησης · χριστιανοποιήσεων

  1. neologism, χριστιανισμός, θρησκεία, νεολογισμός ταυτόσημο με τον εκχριστιανισμός ※ Η δημιουργία της Αγίας Ρωμαικής Αυτοκρατορίας, η χριστιανοποίηση των πληθυσμών και η εφαρμογή της φεουδαρχικής διοίκησης θα καθορίσουν το μέλλον της Νότιας Γερμανίας για τα επόμενα 800 χρόνια. Τους 12ο και 13ο αιώνες, κάτω από τους Χοενστάουφεν θα αναπτυχθεί πολύ το εμπόριο, που θα περάσει και στο

    Opposite: αποχριστιανοποίηση

Talk about this word

Cite this
MLA

"χριστιανοποίηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χριστιανοποίηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"χριστιανοποίηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χριστιανοποίηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}