χρυσοχόος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χρυσοχόος¹

  • xɾi.soˈxo.os

Where it comes from

χρυσοχόος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χρυσοχόος. Συγχρονικά αναλύεται σε χρυσο- + -χόος (δείτε, αρχαία ελληνικά χρυσός, χέω)

noun χρυσοχόος · χρυσοχόοι · χρυσοχόου · χρυσοχόων · χρυσοχόο · χρυσοχόους

  1. επάγγελμα τεχνίτης που ασχολείται με την κατασκευή αντικειμένων ή κοσμημάτων από χρυσάφι ※ Συνδυάζοντας διάφορες τεχνικές , οι Βυζαντινοί χρυσοχόοι σκαλίζουν τα ευγενή μέταλλα, σμιλεύουν τους ημιπολύτιμους λίθους, ίασπη, σαρδόνυχα, λαζουρίτη, αχάτες και την ορεία κρύσταλλο, λεπτουργούν με μοναδική μαστοριά επιπεδόγλυφα και περίκλειστα σμάλτα και δένουν μαργαριτάρια, πετράδια και πολύχρω

Χρυσοχόος²

Where it comes from

Χρυσοχόος < χρυσοχόος

proper noun Χρυσοχόος · Χρυσοχόοι · Χρυσοχόου · Χρυσοχόων · Χρυσοχόο · Χρυσοχόους

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • goldsmith person who makes things out of gold
  • jeweler a person whose job is making, repairing or selling jewelry

Talk about this word

Cite this
MLA

"χρυσοχόος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CE%BF%CF%87%CF%8C%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χρυσοχόος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CE%BF%CF%87%CF%8C%CE%BF%CF%82

Chicago

"χρυσοχόος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CE%BF%CF%87%CF%8C%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χρυσοχόος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CE%BF%CF%87%CF%8C%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}