χρυσός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χρυσός¹
- xɾiˈsos
Where it comes from
χρυσός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χρυσός < αρχαία ελληνική χρυσ(οῦς) + -ός < σημιτικής προέλευσης
noun χρυσός · χρυσού · χρυσό · χρυσέ
- μεταλλικό χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 79 και χημικό σύμβολο το Au
- πολύτιμο μέταλλο, με κίτρινο χρώμα, που χρησιμοποιείται στη κατασκευή κοσμημάτων και στην αποταμίευση, το χρυσάφι ※ μ’ ανεβρυτό περνάει φτερό κι ανεβοκατεβαίνει / στη φλόγινη αστραπή / χρυσός, πρασινογάλανος, φωτιά, σε μαγεμένη / διαβατική σιωπή·
- το χρήμα, ο πλούτος
- κάθε τι πολύτιμο η σιωπή είναι χρυσός
adjective χρυσός · χρυσή · χρυσό · χρυσού · χρυσής
- που είναι κατασκευασμένος από χρυσό χρυσό στέμμα, χρυσό νόμισμα
- που έχει το χρώμα του χρυσού, χρυσαφένιος χρυσός (χρώμα):
- καλός, ευγενικός χρυσός άνθρωπος, χρυσή καρδιά
- πολύτιμος χρυσή ευκαιρία
Similar: χρυσαφής, χρυσαφένιος, μαλαματένιος
Χρυσός²
Where it comes from
Χρυσός < χρυσός
proper noun Χρυσός · Χρυσοί · Χρυσού · Χρυσών · Χρυσό · Χρυσούς
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
adjective
Similar: χρυσαφής, χρυσαφένιος, μαλαματένιος
In English
Talk about this word "χρυσός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. χρυσός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CF%8C%CF%82 "χρυσός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χρυσός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}