χτίστης

Ελληνικά

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

χτίστης

  • ˈxti.stis

De unde vine

χτίστης < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κτίστης με ανομοίωση [kt] > [xt] Δείτε και το κτίστης

substantiv χτίστης · χτίστες · χτίστη · χτιστών

  1. επάγγελμα, οικοδομική ο εργάτης που δουλεύει στην οικοδομή, ο οικοδόμος, ιδιαίτερα αυτός που έχει ειδικότητα το χτίσιμο τοίχων ※ Άνδρες, γυναίκες ξεχύθηκαν στους δρόμους, γέμισε από φωνές η αγορά, αλλά και από κάθε λογής πουλερικά και άλλα ζωντανά προς πώληση προορισμένα. […] Σιδηρουργοί, μπακιρτζήδες, πεταλωτές να φουντώνουν τις φωτιές τους, οι χτίστες στις σκαλωσιές, οι βυρσοδέψες στην αυλή τους τα δικά τους.

În engleză

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"χτίστης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%84%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χτίστης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%84%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"χτίστης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%84%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χτίστης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%84%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}