χτικιάρης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χτικιάρης

Where it comes from

χτικιάρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κτικιάρης < κτικιάζω < κτικιό < ελληνιστική κοινή ἑκτικός (πυρετός: συνεχιζόμενος, για τον πυρετό της φυματίωσης) < αρχαία ελληνική ἕξις < ἔχω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *seǵʰ-

adjective χτικιάρης · χτικιάρα · χτικιάρικο · χτικιάρη · χτικιάρας · χτικιάρικου

  1. φυματικός, φθισικός
  2. figuratively, μεταφορικά χλομός, ασθενικός, αρρωστιάρης ※ Ἔ! ναι, δέν ἀπόθανε ὁ χτικιάρης, κι ἂς τὸ περίμενε ὅλος ὁ ντουνιάς. Μπορεῖ νὰ πάθανε ἄλλοι κι ἄλλοι, νὰ μισερευτήκανε γεροὶ ἀνθρῶποι, μὰ αὐτός, αὐτὸ τὸ σάψαλο, τὸ λείψανο αὐτό, ἁρπάχτηκε ἀπ' τὸ τελευταῖο κλαράκι τῆς ζωῆς καὶ δὲν ἔλεγε νὰ πέσει (Μενέλαος Λουντέμης, Γλυκοχάραμα Διηγήματα 3η έκδοση,

Talk about this word

Cite this
MLA

"χτικιάρης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χτικιάρης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82

Chicago

"χτικιάρης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χτικιάρης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}