χυδαίος
Ελληνικά
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
χυδαίος¹
- çiˈðe.os
어원
χυδαίος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα χυδαῖος < ελληνιστική κοινή χυδαῖος (κοινός, συνηθισμένος, αγροίκος), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική vulgaire και κατά την σημασία του χυδαιολογία. < χύδην < χέω
형용사 χυδαίος · χυδαία · χυδαίο · χυδαίου · χυδαίας
- πρόστυχος, μη ευπρεπής, συχνά προσβλητικός Με έβρισε με χυδαία λόγια.
- που χαρακτηρίζει τους απλούς και αμόρφωτους ανθρώπους
- ακρατής, χωρίς εγκράτεια, και (κατ’ επέκταση) ακραίος, υπερβολικός Οι χυδαίοι χοροί δε με ενθουσιάζουν, θέλω τρυφερή παρτενέρ.
- απλοϊκός, υπεραπλουστευμένος χυδαίος υλισμός (φιλοσοφική θεώρηση)
Χυδαίος²
어원
Χυδαίος < → λείπει η ετυμολογία
고유 명사 Χυδαίος
- ανδρικό όνομα
영어로
이 단어에 대해 이야기하기 "χυδαίος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%85%CE%B4%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. χυδαίος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%85%CE%B4%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82 "χυδαίος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%85%CE%B4%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {χυδαίος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%85%CE%B4%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}