χυδαιόγλωσσος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χυδαιόγλωσσος
- çi.ðeˈo.ɣlo.sos
Where it comes from
χυδαιόγλωσσος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα χυδαιόγλωσσος. Συγχρονικά αναλύεται σε χυδαί(ος) + -ό- + -γλωσσος.
adjective χυδαιόγλωσσος · χυδαιόγλωσση · χυδαιόγλωσσο
-
που λέει χυδαία πράγματα
→ χρειάζεται παράθεμα
Similar: αισχρολόγος
adjective χυδαιόγλωσσος · χυδαιόγλωσσον · ὁ · ἡ
- χυδαίος ως προς την γλώσσα, κοινός, ακαλλιέργητος· ο οποίος σχετίζεται με την «χυδαία γλῶσσα» ※ 1838 ⌘ Κωνσταντῖνος ὁ ἐξ Οἰκονόμων, Ἐπίκρισις εἰς τὴν περὶ νεοελληνικῆς Ἑκκλησίας σύντομον ἀπάντησιν τοῦ σοφολογιωτάτου διδασκάλου κυρίου Νεοφύτου Βάμβα ὑπὸ τοῦ πρεσβυτέρου καὶ οἰκονόμου Κωνσταντίνου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων, Ἀθήνησιν, σελ. 174
Talk about this word "χυδαιόγλωσσος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%85%CE%B4%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. χυδαιόγλωσσος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%85%CE%B4%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%82 "χυδαιόγλωσσος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%85%CE%B4%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χυδαιόγλωσσος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%85%CE%B4%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}