χωριάτης
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χωριάτης¹
- xoɾˈʝa.tis
Where it comes from
χωριάτης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χωριάτης < χωριό < αρχαία ελληνική χωρίον < χῶρος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰeh₁ro- (εγκαταλειμμένος, έρημος)
noun χωριάτης · χωριάτες · χωριάτη · χωριατών
-
που κατοικεί σε χωριό
Similar: χωρικός
-
που η συμπεριφορά του και οι τρόποι του φαίνονται απότομοι και μη εξευγενισμένοι
※ Εκτός όμως από το φτωχός-πλούσιος υπάρχουν και άλλοι χαρακτηρισμοί. Θα σου πω μερικούς: μορφωμένος-αμόρφωτος, άνθρωπος της πόλης-χωριάτης, μοντέρνος-κλασικός ή και ντεμοντέ ακόμα, περήφανος-ταπεινός, κοινωνικός-ντροπαλός, κοσμικός-κλεισμένος στο σπίτι και πολλά άλλα. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το
Similar: ακαλλιέργητος, χοντράνθρωπος
Χωριάτης²
Where it comes from
Χωριάτης < χωριάτης
proper noun Χωριάτης · Χωριάτηδες · Χωριάτη · Χωριάτηδων
- ανδρικό επώνυμο
In English
- villager person who lives in, or comes from, a village
- country bumpkin unsophisticated person from a rural area
- hick country yokel or hillbilly
Talk about this word "χωριάτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. χωριάτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82 "χωριάτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χωριάτης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}