χωριό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χωριό¹

  • xoɾˈʝo

Sounds like χωρίο

Where it comes from

χωριό < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χωριόν < αρχαία ελληνική χωρίον

noun χωριό · χωριά · χωριού · χωριών

  1. γεωγραφία οικισμός που αποτελείται από λίγα σπίτια και κατοίκους λιγότερους από αυτούς της πόλης και της κωμόπολης το νησί μας έχει μικρά χωριά και καμία πόλη
  2. figuratively, συνεκδοχικά το σύνολο των κατοίκων του οικισμού, οι χωρικοί σε όλο το χωριό είχε πέσει βουβαμάρα
  3. στον καθημερινό λόγο η ιδιαίτερη πατρίδα, ο τόπος καταγωγής δεν καταλαβαίνω από αυτά, είμαι από χωριό εγώ

Χωριό²

  • xoɾˈʝo

Sounds like χωρίο

Where it comes from

Χωριό < χωριό

proper noun Χωριό · Χωριά · Χωριού · Χωριών

  1. ονομασία συνοικισμών και οικισμών της Ελλάδας και ως πολυλεκτική ονομασία: Μεγάλο Χωριό, Μικρό Χωριό
  2. especially, ειδικότερα η Χώρα της Σκύρου στην καθομιλουμένη

In English

  • village a rural habitation of size between a hamlet and a town

Talk about this word

Cite this
MLA

"χωριό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CF%8C. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

χωριό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CF%8C

Chicago

"χωριό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χωριό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CF%8C},
  urldate = {2026-11-06}
}