χωροφυλακή

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χωροφυλακή

Where it comes from

χωροφυλακή < (μαρτυρείται από το 1833) (ελληνιστική κοινή) χωροφύλαξ

noun χωροφυλακή · χωροφυλακές · χωροφυλακής · χωροφυλακών

  1. αστυνομικό σώμα με στρατιωτικό χαρακτήρα για την τήρηση της τάξης, με χώρο αρμοδιότητας και δράσης (ιστορικά) κυρίως την ύπαιθρο χώρα και τις μικρές επαρχιακές πόλεις ※ Είχε αποταχθεί από το στρατό, αφού υπηρέτησε δύο χρόνια στον πειθαρχικό λόχο. Έλαβε μέρος σε τρία κινήματα, οξύς και αδίστακτος μια ζωή ο Κώστας, κι όταν τον αποτάξανε, αναγκάστηκε να καταταγεί στη χωροφυλακή (Ανδρέας Μήτσου, Ο κίτρινος στρατιώτης, εκδ. Καστανιώτη, 2012)
  2. figuratively, συνεκδοχικά το κτήριο στο οποίο στεγάζονται οι υπηρεσίες και οι άνδρες της χωροφυλακής

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"χωροφυλακή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χωροφυλακή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%AE

Chicago

"χωροφυλακή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χωροφυλακή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}