χωροφύλακας
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
χωροφύλακας¹
- xo.ɾoˈfi.la.kas
Από πού έρχεται
χωροφύλακας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χωροφύλαξ (φύλακας περιοχής). Συγχρονικά αναλύεται σε χώρ(α) + -ο- + -φύλακας. (Η σύγχρονη σημασία αποτελεί απόδοση για τη γαλλική gendarme)
ουσιαστικό χωροφύλακας · χωροφύλακες · χωροφυλάκοι · χωροφύλακα · χωροφυλάκων
- μέλος της χωροφυλακής
- ο κατώτατος βαθμός στη χωροφυλακή
- που επιτηρεί, που επιβάλλει τη θέλησή του στους άλλους από τότε που ήρθε η θεία μας στο σπίτι μουσαφίρισσα, έχουμε μόνιμα ένα χωροφύλακα που δεν του ξεφεύγει τίποτα!
Χωροφύλακας²
Από πού έρχεται
Χωροφύλακας < → λείπει η ετυμολογία
κύριο όνομα Χωροφύλακας · Chorofylakas
- ανδρικό επώνυμο
Στα αγγλικά
Συζήτησε αυτή τη λέξη "χωροφύλακας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. χωροφύλακας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82 "χωροφύλακας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {χωροφύλακας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}