χόρτα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χόρτα
Where it comes from
→ δείτε τη λέξη χόρτο
noun χόρτα
- γενική ονομασία διαφόρων ειδών φαγώσιμων χορταρικών στα χόρτα βάζουμε πάντα αλάτι, λάδι και λεμόνι λίγο πριν τα σερβίρουμε
- μερίδα μαγειρεμένων χόρτων(1) πιάσε ένα γαύρο και μια χόρτα
- μέρος, τοποθεσία καλυμμένη με χόρτο παίζαμε στα χόρτα και με τσίμπησε μια τσουκνίδα
- γενικότερη ονομασία χορταρικών ※ Φαίνεται να αποτελούν το ενδιάμεσο στάδιο της συμβίωσης ορισμένων φυτών με βακτηρίδια, συμβάλλοντας στην προσκόλληση βακτηριδίων στα χόρτα (Legumes) (Χριστίνα Τεσσερομμάτη, Φυτά με φαρμακολογικές ιδιότητες: Σύγχρονες Φυτοθεραπευτικές Δυνατότητες, εκδ. Σπανός-Βιβλιοφιλία, 2016, σελ. 99)
noun χόρτα
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χόρτο
In English
- greens leaves of certain edible green plants
Talk about this word "χόρτα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. χόρτα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B1 "χόρτα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χόρτα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}