χόρτα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χόρτα

Where it comes from

→ δείτε τη λέξη χόρτο

noun χόρτα

  1. γενική ονομασία διαφόρων ειδών φαγώσιμων χορταρικών στα χόρτα βάζουμε πάντα αλάτι, λάδι και λεμόνι λίγο πριν τα σερβίρουμε
  2. μερίδα μαγειρεμένων χόρτων(1) πιάσε ένα γαύρο και μια χόρτα
  3. μέρος, τοποθεσία καλυμμένη με χόρτο παίζαμε στα χόρτα και με τσίμπησε μια τσουκνίδα
  4. γενικότερη ονομασία χορταρικών ※ Φαίνεται να αποτελούν το ενδιάμεσο στάδιο της συμβίωσης ορισμένων φυτών με βακτηρίδια, συμβάλλοντας στην προσκόλληση βακτηριδίων στα χόρτα (Legumes) (Χριστίνα Τεσσερομμάτη, Φυτά με φαρμακολογικές ιδιότητες: Σύγχρονες Φυτοθεραπευτικές Δυνατότητες, εκδ. Σπανός-Βιβλιοφιλία, 2016, σελ. 99)

noun χόρτα

  1. accusative, nominative, plural, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χόρτο

In English

  • greens leaves of certain edible green plants

Talk about this word

Cite this
MLA

"χόρτα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

χόρτα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B1

Chicago

"χόρτα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χόρτα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}