χώρα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χώρα¹

  • ˈxo.ɾa

Sounds like χωρά

Where it comes from

χώρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χώρα

: (ιατρική έννοια) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική région

noun χώρα · χώρες · χώρας · χωρών

  1. ιστορία οι αγροτικές περιοχές μιας πόλης-κράτους, η ύπαιθρος, σε αντίθεση προς το άστυ
  2. τόπος που κατοικείται από ένα συγκεκριμένο λαό, η πατρίδα
  3. κράτος, κρατική οντότητα Άνοιξαν τα σύνορα με τη γειτονική μας χώρα.
  4. για πολλά νησιά ορεινή πρωτεύουσα του νησιού, εκεί που ήταν συνήθως το κάστρο του και η έδρα της ηγεσίας Μόνο στη χώρα μπορείς να το βρεις αυτό.
  5. ιατρική περιοχή του ανθρώπινου σώματος ηβική χώρα, κροταφική χώρα

Χώρα²

Where it comes from

Χώρα < χώρα

proper noun Χώρα · Χώρες · Χώρας · Χωρών

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  2. γεωγραφία, σε ορισμένα νησιά πρωτεύουσα: γενική ονομασία πρωτεύουσας νησιού όταν φέρει ίδιο όνομα Χώρα Νάξου: η πόλη Νάξος, Χώρα Αίγινας: η πόλη Αίγινα (όμως: Χωριό Σκύρου: η πρωτεύουσα του νησιού)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"χώρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

χώρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%B1

Chicago

"χώρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χώρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}