ψάθα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ψάθα¹
- ˈpsa.θa
Where it comes from
ψάθα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ψάθα
noun ψάθα · ψάθες · ψάθας · ψαθών
- το συνήθως συνθετικό πολύ λεπτού πάχους στρώμα που χρησιμοποιείται στις παραλίες για να τοποθετούνται αντικείμενα ή να ξαπλώνουν οι κολυμβητές -σπανίως είναι ακόμα και σήμερα από ψάθα ή άλλα αγρωστοειδή φυτά Άπλωσε την ψάθα για να ακουμπήσω τα πράγματα μη γεμίσουν άμμους
- το πλέγμα που κατασκευάζεται από στελέχη ή άχυρα φυτών (π.χ. βούρλα, σχίνους, τύφη), τα οποία υφαίνονται ή συνδέονται και σταθεροποιούνται με διάφορους τρόπους ώστε να σχηματίζουν ένα σταθερό και κάπως παχύ στρώμα μικρού ή μεγάλου εμβαδού για κάθισμα, πατάκι, τέντα, χαλί κ.λπ. -άλλοτε η ψάθα χρησίμευε ως στρώμα των πολύ φτωχών ※ Απ' όλο το πρόσωπό της στάζει η γλύκα της ομορφιάς, κ' η πίκρα του πόνου, της φτώχειας, της άδικης όμως φτώχειας, της φτώχειας που παίρνει το θύμα της από το μιντέρι και το τινάζει στην έρημη τη ψάθα. (Αργύρης Εφταλιώτης, Φυλλάδες του Γεροδήμου)
- η κοινή ονομασία του φυτού τύφη, ένα από τα φυτά που χρησίμευαν κυρίως παλιότερα για την κατασκευή ψάθινων αντικειμένων
- ονομασία πανιού σε σχήμα τραπεζίου των ιστιοφόρων πλοίων, ευρύτατατα διαδεδομένο μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα. Το ιστίο αυτό λέγεται και ράντα, που είναι επίσης τετράπλευρο πανί, αλλά λίγο διαφορετικό από την αρχική ψάθα ※ Όταν χρησιμοποιήθηκαν οι πρώτες μηχανές εσωτερικής καύσης στα καΐκια, η ράντα αντικατέστησε την πρυμνιά ψάθα σε πολλές μπρατσέρες ενώ ακόμα πιο πρόσφατα, συναντιόντουσαν και μονάλμπουρα καΐκια με ράντα. (Τα Πανιά (Β! Μέρος), aegeanwoodenwalls.blogspot.com, 13/2/2007 http://aegeanwoodenwalls.blogsp
- το ψάθινο καπέλο (όχι το σχετικά μικρό ψαθάκι) ※ Φορούσε μια πλατύγυρη ψάθα στο κεφάλι και χρωματιστά ματογυάλια στη μύτη του (Ανδρέας Καρκαβίτσας)
Ψάθα²
- ˈpsa.θa
Where it comes from
Ψάθα < ψάθα
proper noun Ψάθα · Ψάθες · Ψάθας · Ψαθών
- οικισμός της Αττικής
- κόλπος της Κιμώλου
In English
- wicker flexible branch or twig
Talk about this word "ψάθα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%AC%CE%B8%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. ψάθα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%AC%CE%B8%CE%B1 "ψάθα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%AC%CE%B8%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ψάθα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%AC%CE%B8%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}