ψάλλω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ψάλλω
- ˈpsa.lo
Where it comes from
ψάλλω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ψάλλω (ψέλνω ψαλμούς με συνοδεία άρπας) < αρχαία σημασία: παίζω χορδές οργάνου. Συγκρίνετε με το ψέλνω.
verb ψάλλω · έψαλλα · ψάλω · έψαλα · ψάλλομαι
- ψέλνω, τραγουδώ τροπάρια και ύμνους στην εκκλησία ή αλλού ※ Όταν δε κατά την εσπέραν των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς επιτρέπεται εις μίαν ομάδα βρακοφόρων Ναξίων να ψάλλουν τα κάλλανδα και να χορεύουν εις το καφενείον, ο Τριζώνης δεν ευρίσκει ησυχίαν
- τραγουδάω τον εθνικό ύμνο
- μαλώνω, κατσαδιάζω κάποιον για ένα ατόπημα ή λάθος του ※ μ' αν δεν είνε; Τι θα γίνη τότες τι θα μας ψάλλουν τ' άλλα τα χωριά; Ένας δισταγμός ζωγραφήθηκε αμέσως σε πολλά πρόσωπα· μερικοί κούνησαν το κεφάλι· σύμφωνοι. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, «Ο Αρχαιολόγος»)
- εξυμνώ με ποίηση ή τραγούδι, εξιστορώ] ποιητικά Το ποίημα ψάλλει την ελευθερία.
- τραγουδάω κάτι σχετικά μονότονο ※ Γιατί δεν εφωτίζετο της Βέρας μου το δώμα; πώς της γλυκείας μου φωνής δεν ήκουε τους ήχους; ίσως κοιμάται, έλεγα, 'στο απαλό της στρώμα, κι' εκτύπων οι οδόντες μου εξ έρωτος και ψύχους. Και έψαλλαν και έψαλλαν τα χείλη μου τα κρύα, κι' εχάνοντο εις το κενόν οι φλογεροί μου πόθοι, ως ότου πια του τ
Talk about this word "ψάλλω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. ψάλλω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89 "ψάλλω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ψάλλω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}