米克温

ψάρεμα

Ελληνικά

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

ψάρεμα

它从哪里来

ψάρεμα < μεσαιωνική ελληνική ψάρεμα < ψάρευμα < ψαρεύω + -μα < (ελληνιστική κοινή) ὀψάριον

名词 ψάρεμα · ψαρέματα · ψαρέματος · ψαρεμάτων

  1. η δραστηριότητα που έχει σαν τελικό σκοπό το να πιάσει κάποιος ψάρια σε οποιαδήποτε περιοχή ζουν (θάλασσα, λίμνη κλπ), είτε για χόμπι είτε επαγγελματικά
  2. figuratively, μεταφορικά η χρήση πλάγιων ερωτήσεων ή γενικά συζητήσεων με σκοπό να οδηγηθεί στο να αποκαλύψει κάποιο μυστικό

英语

讨论这个词

引用
MLA

"ψάρεμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%AC%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ψάρεμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%AC%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%B1

Chicago

"ψάρεμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%AC%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ψάρεμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%AC%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}