ψήφος
Ελληνικά
AI In parole semplici
Sto scrivendo una breve spiegazione…
Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.
ψήφος¹
- ˈpsi.fos
Da dove viene
ψήφος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ψῆφος (χαλίκι για μέτρημα, για ψήφιση) < ψάω που σημαίνει τρίβω, κάνω κάτι λείο
:* για το αρσενικό «ο ψήφος» πιθανόν (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ὁ ψῆφος
sostantivo ψήφος · ψήφοι · ψήφου · ψήφων · ψήφο · ψήφους
- οποιοδήποτε υλικό μέσον με το οποίο επιχειρείται ψηφοφορία, αυτό μπορεί να είναι σφαιρίδιο, ή ειδικό δελτίο από χαρτί που έχει προηγούμενα οριστεί, (ψηφοδέλτιο), ή άλλο υλικό (π.χ. όστρακο), ή ακόμα και η ανάταση του χεριού του ψηφοφόρου.
- η γνώμη που εκφράζεται με τη ψήφο σε ψηφοφορία
- το δικαίωμα συμμετοχής σε ψηφοφορία δόθηκε ψήφος στα 18
- μικρή, συνήθως διακοσμητική πέτρα, η ψηφίδα ※ ...ψήφος από υαλόμαζα, ένα χάλκινο κάτοπτρο και ένα δαχτυλίδι... (Αρχαιολογικόν Δελτίον: Χρονικά, Μέρος Β΄, 2007, σελ. 188)
Ψήφος²
Da dove viene
Ψήφος < → λείπει η ετυμολογία
nome proprio Ψήφος · Ψήφου · Psifos
- ανδρικό επώνυμο
In inglese
Parla di questa parola "ψήφος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%AE%CF%86%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. ψήφος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%AE%CF%86%CE%BF%CF%82 "ψήφος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%AE%CF%86%CE%BF%CF%82.Cita
@misc{micwyn_2026,
title = {ψήφος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%AE%CF%86%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}