ψίχουλο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ψίχουλο

  • ˈpsi.xu.lo

Where it comes from

ψίχουλο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ψίχουλον ή ίσως ψίχαλον < αιτιατική ψῖχα, ελληνιστική κοινή ψίξ ψιχ- + -ουλοv ή -αλον < ψίω (τρέφω, ταΐζω σε μικρές μπουκιές)

noun ψίχουλο · ψίχουλα · ψίχουλου · ψίχουλων

  1. πάρα πολύ μικρό κομμάτι που έχει φύγει από τριμμένο ψωμί, μπισκότο ή άλλο παρόμοιο φαγητό ※ Έτρωγε ψίχουλα - τα κράκερ και οι τρεις σοκολάτες θα του κρατούσαν, με εκείνον το ρυθμό, περισσότερο από εβδομάδα. (Χρήστος Α. Χωμενίδης, Το σπίτι και το κελλί: μυθιστόρημα, 2005, σελ. 374)
  2. figuratively, μεταφορικά για κάτι που προσφέρεται σε πολύ μικρή ποσότητα (συχνά στον πληθυντικό)

    Similar: ψιχίο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ψίχουλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%AF%CF%87%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ψίχουλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%AF%CF%87%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF

Chicago

"ψίχουλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%AF%CF%87%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ψίχουλο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%AF%CF%87%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}