ψαλίδα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ψαλίδα¹
- psaˈli.ða
Where it comes from
ψαλίδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ψαλίδα < αρχαία ελληνική ψαλίς άγνωστης ετυμολογίας
:* μεγάλο ψαλίδι και μεταφορική έννοια < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική scissors
noun ψαλίδα · ψαλίδες · ψαλίδας · ψαλίδων
- μεγάλο ψαλίδι όπως αυτό του κηπουρού
- ο έλικας του αμπελιού κι άλλων αναρριχητικών φυτών
- η σαρανταποδαρούσα
- μικρό έντομο που στο πίσω μέρος της κοιλιάς του έχει δύο σκληρές κι αιχμηρές λαβίδες
-
ασθένεια των τριχών της κεφαλής κατά την οποία οι άκρες τους σχίζονται στα δύο και δεν αναπτύσσονται άλλο
Similar: τριχοκλαστία
- η διαφορά ανάμεσα σε δύο μετρήσιμα μεγέθη
- είδος πουλιού
- σύνδεσμος των ημισφαιρίων του εγκεφάλου που βρίσκεται κάτω από το μεσολόβιο και έχει το σχήμα ψαλιδιού Η ψαλίδα αποτελείται από 2 ταινίες που ενώνονται στη μέση και σχηματίζουν το σώμα της ψαλίδας και απομακρύνονται στα άκρα για να σχηματίσουν τα πρόσθια και οπίσθια σκέλη της ψαλίδας.
Ψαλίδα²
- psaˈli.ða
Where it comes from
Ψαλίδα < ψαλίδα
proper noun Ψαλίδα · Ψαλίδες · Ψαλίδας · Ψαλίδων
- βραχονησίδα στο βόρειο άκρο της Γραμβούσας Αμοργού
proper noun Ψαλίδα · Psalida
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ψαλίδας
In English
Talk about this word "ψαλίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ψαλίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1 "ψαλίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ψαλίδα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}