ψαλίδα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ψαλίδα¹

  • psaˈli.ða

Where it comes from

ψαλίδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ψαλίδα < αρχαία ελληνική ψαλίς άγνωστης ετυμολογίας

:* μεγάλο ψαλίδι και μεταφορική έννοια < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική scissors

noun ψαλίδα · ψαλίδες · ψαλίδας · ψαλίδων

  1. μεγεθυντικό μεγάλο ψαλίδι όπως αυτό του κηπουρού
  2. βοτανική ο έλικας του αμπελιού κι άλλων αναρριχητικών φυτών
  3. ζώο η σαρανταποδαρούσα
  4. έντομο μικρό έντομο που στο πίσω μέρος της κοιλιάς του έχει δύο σκληρές κι αιχμηρές λαβίδες
  5. κομμωτική ασθένεια των τριχών της κεφαλής κατά την οποία οι άκρες τους σχίζονται στα δύο και δεν αναπτύσσονται άλλο

    Similar: τριχοκλαστία

  6. figuratively, μεταφορικά η διαφορά ανάμεσα σε δύο μετρήσιμα μεγέθη
  7. πτηνό είδος πουλιού
  8. ανατομία σύνδεσμος των ημισφαιρίων του εγκεφάλου που βρίσκεται κάτω από το μεσολόβιο και έχει το σχήμα ψαλιδιού Η ψαλίδα αποτελείται από 2 ταινίες που ενώνονται στη μέση και σχηματίζουν το σώμα της ψαλίδας και απομακρύνονται στα άκρα για να σχηματίσουν τα πρόσθια και οπίσθια σκέλη της ψαλίδας.

Ψαλίδα²

  • psaˈli.ða

Where it comes from

Ψαλίδα < ψαλίδα

proper noun Ψαλίδα · Ψαλίδες · Ψαλίδας · Ψαλίδων

  1. βραχονησίδα στο βόρειο άκρο της Γραμβούσας Αμοργού

proper noun Ψαλίδα · Psalida

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ψαλίδας

In English

  • split end hair which has split at the end
  • shears tool consisting of two blades with bevel edges

Talk about this word

Cite this
MLA

"ψαλίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ψαλίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1

Chicago

"ψαλίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ψαλίδα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}