ψαλίδι
Ελληνικά
AI 通俗地说
正在写简短说明……
由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。
ψαλίδι¹
- psaˈli.ði
它从哪里来
ψαλίδι < (ελληνιστική κοινή) ψαλίδιον (υποκοριστικό του ψαλίς)
名词 ψαλίδι · ψαλίδια · ψαλιδιού · ψαλιδιών
- εργαλείο χεριού που αποτελείται από δύο λεπίδες και χρησιμεύει για κόψιμο
- περικοπή (κυρίως δαπάνης) έπεσε ψαλίδι στους μισθούς
- σύνεργο κομμωτικής για το φορμάρισμα των μαλλιών
- εξάρτημα της ανάρτησης αυτοκινήτου και μοτοσικλέτας
- χαρακτηρισμός για πολυλογάδες ψαλίδι πάει η γλώσσα σου!
Ψαλίδι²
专有名词 Ψαλίδι
- ακρωτήριο (πρώην Αντιμάχεια στην αρχαιότητα) και λίμνη στην Κω. Η λίμνη ανήκει στους προστατευόμενους βιοτόπους.
英语
讨论这个词 "ψαλίδι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. ψαλίδι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B9 "ψαλίδι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B9.引用
@misc{micwyn_2026,
title = {ψαλίδι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}