米克温

ψαλίδι

Ελληνικά

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

ψαλίδι¹

  • psaˈli.ði

它从哪里来

ψαλίδι < (ελληνιστική κοινή) ψαλίδιον (υποκοριστικό του ψαλίς)

名词 ψαλίδι · ψαλίδια · ψαλιδιού · ψαλιδιών

  1. εργαλείο χεριού που αποτελείται από δύο λεπίδες και χρησιμεύει για κόψιμο
  2. figuratively, μεταφορικά περικοπή (κυρίως δαπάνης) έπεσε ψαλίδι στους μισθούς
  3. σύνεργο κομμωτικής για το φορμάρισμα των μαλλιών
  4. εξάρτημα της ανάρτησης αυτοκινήτου και μοτοσικλέτας
  5. χαρακτηρισμός για πολυλογάδες ψαλίδι πάει η γλώσσα σου!

Ψαλίδι²

专有名词 Ψαλίδι

  1. ακρωτήριο (πρώην Αντιμάχεια στην αρχαιότητα) και λίμνη στην Κω. Η λίμνη ανήκει στους προστατευόμενους βιοτόπους.

英语

讨论这个词

引用
MLA

"ψαλίδι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ψαλίδι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B9

Chicago

"ψαλίδι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ψαλίδι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}