ψαράς

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ψαράς¹

Where it comes from

ψαράς < μεσαιωνική ελληνική ὀψαρᾶς < ὀψάριον < ὄψον

noun ψαράς · ψαράδες · ψαρά · ψαράδων

  1. επάγγελμα αυτός που έχει ως επάγγελμα το ψάρεμα, καθώς και αυτός που ψαρεύει για την ευχαρίστησή του ※ Οι άνθρωποι -αν και ικανοποιημένοι από την εκτέλεση του δολοφόνου του κυβερνήτη- δεν αποφάσιζαν να κλειστούν στα σπίτια τους. Οι έμποροι είχαν σφαλίσει τα μαγαζιά τους, οι ψαράδες γυρόφερναν ξέμπαρκοι στη στεριά, οι φουρναραίοι δεν έψηναν ψωμί, οι τσοπάνηδες δεν πουλούσαν ζώα, κρέας δεν έβρισκες σ
  2. αυτός που πουλάει ψάρια και άλλα θαλασσινά, ο ιχθυοπώλης

Similar: αλιεύς

Ψαράς²

Where it comes from

Ψαράς < ψαράς

proper noun Ψαράς · Ψαράδες · Ψαρά · Ψαράδων

  1. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Ψαρά)

Thesaurus

noun

Similar: αλιεύς

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ψαράς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ψαράς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%82

Chicago

"ψαράς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ψαράς},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}