ψαροκόκαλο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ψαροκόκαλο
Where it comes from
ψαροκόκαλο < ψαρο- + κόκαλο, ίσως προέλευσης από τη μεσαιωνική ελληνική ψαροκόκαλον
noun ψαροκόκαλο · ψαροκόκαλα · ψαροκόκαλου · ψαροκόκαλων
- το κόκαλο του ψαριού
- τεχνική ύφανσης που δημιουργεί το σχήμα του σκελετού του ψαριού (συνηθίζεται κυρίως υφάσματα για κοστούμια)
- τρόπος κόμμωσης για πλεξούδα σε μακριά μαλλιά, το αποτέλεσμα της οποίας είναι αυτά να παίρνουν το σχήμα της ραχοκοκαλιάς του ψαριού
In English
Talk about this word "ψαροκόκαλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CF%81%CE%BF%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. ψαροκόκαλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CF%81%CE%BF%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF "ψαροκόκαλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CF%81%CE%BF%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ψαροκόκαλο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CF%81%CE%BF%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}