ψαροκόκαλο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ψαροκόκαλο

Where it comes from

ψαροκόκαλο < ψαρο- + κόκαλο, ίσως προέλευσης από τη μεσαιωνική ελληνική ψαροκόκαλον

noun ψαροκόκαλο · ψαροκόκαλα · ψαροκόκαλου · ψαροκόκαλων

  1. το κόκαλο του ψαριού
  2. ύφασμα τεχνική ύφανσης που δημιουργεί το σχήμα του σκελετού του ψαριού (συνηθίζεται κυρίως υφάσματα για κοστούμια)
  3. κομμωτική τρόπος κόμμωσης για πλεξούδα σε μακριά μαλλιά, το αποτέλεσμα της οποίας είναι αυτά να παίρνουν το σχήμα της ραχοκοκαλιάς του ψαριού

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ψαροκόκαλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CF%81%CE%BF%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ψαροκόκαλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CF%81%CE%BF%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF

Chicago

"ψαροκόκαλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CF%81%CE%BF%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ψαροκόκαλο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B1%CF%81%CE%BF%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}